Το ξεκίνημα του παιδικού σταθμού – Προετοιμασία για τη μετάβαση


Το ξεκίνημα του παιδικού σταθμού – Προετοιμασία για τη μετάβαση

Το ξεκίνημα του βρεφονηπιακού ή παιδικού σταθμού είναι μια σημαντική μετάβαση τόσο για το μικρό παιδί όσο και για όλη την οικογένεια.

Αποχωρισμός από τον βασικό φροντιστή

 

Είναι φυσιολογικό για το βρέφος ή το νήπιο να βιώνει άγχος και αγωνία, όταν καλείται να αποχωριστεί τον βασικό φροντιστή του, τo οποίo εκφράζει με κλάμα, έντονες αντιδράσεις και τάση προσκόλλησης προς τη γονεϊκή φιγούρα. Το άγχος αυτό ονομάζεται ‘άγχος αποχωρισμού’ και εμφανίζεται γύρω στους 7- 8 μήνες, καθώς το βρέφος συνειδητοποιεί ότι η μητέρα του είναι μια διαφορετική ύπαρξη από εκείνο και επομένως μπορεί να την αποχωριστεί και να τη χάσει.

Το άγχος αποχωρισμού και η ένταση της προσκόλλησης του παιδιού στον βασικό φροντιστή του κορυφώνεται γύρω στους 12 με 18 μήνες. Μετά τα 2 με 2,5 έτη, σταδιακά το άγχος αποχωρισμούς συνήθως περιορίζεται και σιγά σιγά το μικρό παιδί είναι σε θέση να αποχωρίζεται τη μητέρα για ένα μικρό χρονικό διάστημα χωρίς ιδιαίτερο άγχος.

Όμως, η μετάβαση του μικρού παιδιού κατά το ξεκίνημα του παιδικού σταθμού φαίνεται να είναι συχνά δύσκολη και για την ίδια τη μητέρα. Η μητέρα είναι σημαντικό να διερευνήσει τα συναισθήματά της απέναντι στην αναγκαία αυτή μετάβαση, την ενοχή της ότι αφήνει το μικρό της, την αγωνία της για τη φροντίδα του και τη θλίψη που μπορεί να φέρνει και στην ίδια ο αποχωρισμός τους αλλά και η αντίδραση του παιδιού σ’ αυτόν. Και ναι, ένα νήπιο που κλαίει αναζητώντας να μείνει κοντά στη μητέρα είναι ένα πολύ ευαίσθητο ερέθισμα για εκείνη.

Το δίλημμα σχετικά με το ξεκίνημα του παιδικού σταθμού

Η οικογένεια καλείται να αποφασίσει εάν, κατά την απουσία των γονέων, θα αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού  κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, συνήθως οι παππούδες, ή κάποια babysitter ή εάν το παιδί θα ξεκινήσει στον βρεφονηπιακό ή παιδικό σταθμό. Σε αυτή την απόφαση, η ηλικία του παιδιού είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψιν. Λαμβάνοντας υπόψιν την ψυχοσυναισθημτική ανάπτυξη του παιδιού, θα ήταν καλό για τα μωρά και νήπια εώς 18 μηνών με 2 ετών να βρίσκονται με ένα σταθερό άτομο που τους προσφέρει αποκλειστική φροντίδα. Στην ηλικία αυτή, η σταθερή φροντίδα και προβλεψιμότητα είναι σημαντική για την ανάπτυξη ενός ασφαλούς δεσμού του παιδιού με τον φροντιστή του.

 

Επομένως, φαίνεται ότι είναι προτιμότερη η επιλογή της παραμονής του παιδιού με έναν σταθερό φροντιστή (κάποιος συγγενής ή επαγγελματίας), εφόσον υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Σε εκείνες τις περιόδους, βιώνουν έτσι κι αλλιώς έντονα το άγχος αποχωρισμού, γεγονός που ίσως φέρει κάποιες προκλήσεις στη μετάβαση. Φυσικά, το άτομο που θα αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού είναι σημαντικό να ανταποκρίνεται με ευαισθησία στις ανάγκες του.

Τα παιδάκια που είναι μεγαλύτερα από 18 μηνών με 2 ετών συνήθως είναι πιο έτοιμα ψυχοσυναισθηματικά για τη μετάβαση στον βρεφονηπιακό ή παιδικό σταθμό. Η επιλογή αυτή έχει οφέλη για την κοινωνικοποίηση τους, την προσαρμογή τους σε παρέες συνομηλίκων, την παροχή νέων ερεθισμάτων, την ανάπτυξη της γλώσσας, των γνωστικών και κοινωνικών του δεξιοτήτων.

 

Όποια απόφαση κι αν πάρουν οι γονείς με βάση τις δυνατότητες που υπάρχουν, είναι αναμενόμενο να προβληματίζονται. Παρ’ όλα αυτά, εάν έχουν εμπιστοσύνη στα άτομα στα οποία αφήνουν το παιδί και αντιμετωπίζουν την επιλογή τους με ηρεμία και ασφάλεια, παρά το σχετικό, αναμενόμενο άγχος, το παιδί θα προσαρμοστεί σταδιακά στις νέες συνθήκες. Φυσικά, είναι και οι γονείς που καλούνται να δώσουν χρόνο στους εαυτούς τους, να προετοιμαστούν και να προσαρμοστούν στη μετάβαση αυτή.

Τι διευκολύνει τη μετάβαση;

 

  • Οι γονείς πρέπει πρώτα να διαχειριστούν τα δικά τους δύσκολα συναισθήματα που ίσως παρεμποδίζουν τη μετάβαση αυτή. Η ανησυχία για την επιλογή τους, η αίσθηση εγκατάλειψης του παιδιού, η αγωνία για το αν το παιδί θα προσαρμοστεί στο σχολικό περιβάλλον, δυσκολεύουν συχνά τους γονείς, μεταδίδοντας στο ίδιο το παιδί μία αίσθηση ανασφάλειας.

  • Είναι σημαντικό οι γονείς να συλλέξουν τις πληροφορίες που χρειάζονται, να επισκεφτούν τους χώρους και να γνωρίσουν τους υπεύθυνους του σταθμού και τους παιδαγωγούς. Όταν οι γονείς νιώσουν ασφαλείς με την επιλογή τους, μπορούν να μιλήσουν στο παιδί για τον παιδικό και για το τι να περιμένει εκεί.

  • Όπως συμβαίνει με κάθε μετάβαση, χρειάζεται χρόνος ώστε το μικρό παιδί να συνηθίσει σταδιακά την αλλαγή. Η κατάλληλη προετοιμασία και σταδιακή έκθεση είναι ωφέλιμες. Πριν την έναρξη της σχολικής χρονιάς, οι γονείς μπορούν να επισκεφτούν το χώρο του σχολείου μαζί με το παιδί ώστε να το εισάγουν στο νέο πλαίσιο και να αρχίζει να εξοικειώνεται με τον χώρο. Μπορούν να το γνωρίσουν στις δασκάλες του και να απαντήσουν σε τυχόν απορίες του.

  • Είναι καλό οι γονείς να επιτρέψουν στο παιδί να εκφράσει ό,τι ακριβώς αισθάνεται για την επικείμενη έναρξη του σχολείου και να μη βιαστούν να το πείσουν πως δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Οι γονείς πρέπει να ακούσουν το συναίσθημα του παιδιού, να το αποδεχτούν, να το αναγνωρίσουν, να το επικυρώσουν. Ακόμα κι αν δεν εκφραστεί λεκτικά, το παιδί μπορεί να επικοινωνεί το άγχος του για τη σημαντική αυτή αλλαγή στη ζωή του μέσα από το παιχνίδι του και τις ιστορίες που κατασκευάζει. Οι γονείς μπορούν να διευκολύνουν το παιδί να διαχειριστεί και να αντέξει το δύσκολο συναίσθημά του, μιλώντας του για δικές τους εμπειρίες αλλαγών και μεταβάσεων, όπου κι εκείνοι βίωσαν δύσκολα συναισθήματα.

  • Υποσχέσεις όπως «θα περάσεις φανταστικά εκεί» δεν διευκολύνουν απαραίτητα το μικρό παιδί καθώς ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με ανάμεικτα συναισθήματα που δεν θα επιβεβαιώνουν την υπόσχεση των γονιών του. Οι γονείς μπορούν να του εξηγήσουν ότι θα βρίσκεται με άλλα παιδάκια, θα παίζει, θα μαθαίνει νέα πράγματα, θα ζωγραφίζει, θα φτιάχνει κατασκευές. Μπορούν επίσης να του μιλήσουν για τη δασκάλα του και τι να περιμένει από αυτήν.

 

  • Την πρώτη μέρα της έναρξης του παιδικού σταθμού, ο γονιός μπορεί να παραμείνει στο χώρο του σχολείου και να αφήσει για λίγο χρόνο το παιδί μόνο του, πηγαίνοντας σε εκείνο αν το ίδιο τον ζητήσει. Αν το παιδί κλαίει ή καλεί έντονα τον γονέα, εκείνος μπορεί να ανταποκριθεί ώστε να απαλύνει τη δυσφορία του. Σταδιακά θα αυξάνεται και ο χρόνος που το παιδί παραμένει μόνο του στο σχολείο, ανάλογα με τον ρυθμό προσαρμογής του κάθε παιδιού και σε συνεννόηση με τους παιδαγωγούς.

 

  • Το παιδάκι μεταβρεφικής και νηπιακής ηλικίας μπορεί να θελήσει να έχει μαζί του το αγαπημένο του αρκουδάκι, κουβερτούλα ή ό,τι άλλο έχει επιλέξει ως μέσο για να ηρεμεί. Αυτό το αντικείμενο ή παιχνίδι ονομάζεται ‘μεταβατικό αντικείμενο’ και έχει ιδιαίτερη αξία για το παιδί καθώς έχει δεθεί μαζί του και το αποζητά σε στιγμές που δυσκολεύεται (όπως σε στιγμές απουσίας της μητέρας) ώστε να κατευνάσει τις ανησυχίες του και να ηρεμεί.

 

  • Τέλος, καλό θα ήταν να μην γίνουν άλλες σημαντικές αλλαγές στη ζωή του παιδιού παράλληλα με την προσαρμογή του στον παιδικό σταθμό, όπως ο αποθηλασμός, η μετακόμιση, κλπ., καθώς είναι δύσκολο για το ίδιο να διαχειριστεί ταυτόχρονα αυτές τις αλλαγές.

 


Τελετουργικό αποχαιρετισμού

 

Η διαδικασία του αποχωρισμού του παιδιού είναι κρίσιμη για τη διαχείριση του  άγχους αποχωρισμού. Πολλοί γονείς επιλέγουν να φεύγουν ‘κρυφά’, όταν το παιδί είναι απασχολημένο, προκειμένου να αποφύγουν να το αναστατώσουν ή να αποφύγουν τη δυσφορία τους ακούγοντας το να κλαίει. Αυτός όμως ο απότομος και απρόβλεπτος αποχωρισμός μπορεί να δημιουργήσει στο παιδί έντονη αγωνία και άγχος που διαρκεί, καθώς ανησυχεί πως ο γονιός μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξαφανιστεί ξαφνικά.

 

Είναι πολύ σημαντικό ο γονιός να ακολουθεί πάντα το τελετουργικό του αποχωρισμού τους, όταν αφήνει το παιδί στο σχολείο, ώστε εκείνο να ξέρει τι πρόκειται να γίνει. Οι γονείς μπορούν να αποχαιρετάνε το παιδί φιλώντας και αγκαλιάζοντας το, και να του υπενθυμίζουν που θα είναι οι ίδιοι (“Eγώ θα βρίσκομαι στη δουλειά μου”), ποιο θα είναι το δικό του πρόγραμμα και πότε θα είναι πίσω για να το πάρουν (“Αφού παίξετε και κάνετε διάφορες δραστηριότητες, θα φας, θα κοιμηθείς και μετά θα είμαι εδώ για να σε πάρω και να πάμε σπίτι”).

 

Ακόμα και βρέφη μικρότερης ηλικίας χρειάζονται σταθερότητα και ρουτίνα στον αποχωρισμό τους ώστε να προβλέπουν ότι η μαμά θα φύγει, μετά τον ‘τελετουργικό’ αποχαιρετισμό τους. Έτσι, ακόμα κι αν αντιδράσουν έντονα, σύντομα ηρεμούν και εμπλέκονται στην δραστηριότητα με τον φροντιστή τους ή τους παιδαγωγούς στον παιδικό σταθμό. Παιχνίδια που δείχνουν ότι κάποιος φεύγει και ξαναγυρνάει, όπως το χαρακτηριστικό ‘κουκουτσά’ βοηθούν τα μωρά στην αίσθηση ότι κάποιος θα επιστρέψει ακόμα κι αν φύγει από το οπτικό τους πεδίο.

Ο γονιός είναι σημαντικό να αποχωρήσει με ηρεμία και σταθερότητα, αφήνοντας το παιδί στη δασκάλα μετά τον αποχαιρετισμό τους. Επιστρέφοντας, γονιός και παιδί θα έχουν τον χρόνο να συνδεθούν πάλι. Γι’ αυτό και, κατά τη διάρκεια αυτής της μετάβασης, είναι ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη οι γονείς να είναι συναισθηματικά παρόντες με την επιστροφή τους, εξισορροπώντας το χρόνο που είναι χώρια.

 

Το μικρό παιδί είναι αναμενόμενο να δυσκολευτεί λιγότερο ή περισσότερο σ’ αυτή την απαιτητική μετάβαση. Με ηρεμία οι γονείς μπορούν να σχεδιάσουν την μετάβαση, να δώσουν στο παιδί χώρο να εκφράσει τα συναισθήματα του, και να ακολουθήσουν τον ρυθμό του, παραμένοντας υπομονετικοί και υποστηρικτικοί.



Φανή Χονδρού,

Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, PhD, MSc

 

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ